6/4/16

Άιντε μάτια μου γλυκά...

κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω σα τη Μαρία Ιορδανίδου, σε μια σκηνή που περιγράφει όταν ήρθε με την οικογένειά της στην Ελλάδα και στα χαλάσματα της προσφυγιάς πάλευε να χτίσει με τα απομεινάρια της ζωής που έφυγε πίσω από τις ράγες του τρένου, το αυλάκι της προπέλας του καραβιού ή της σκόνης που αφήνουν οι ρόδες πίσω καθώς τρέχει το αυτοκίνητο στη λεωφόρο.  Μου θυμίζουν τούτες οι ώρες μια σκηνή που περιέγραφε ενώ ανηφόριζε προς το Βύρωνα, βουνό τότε και κάθησε απέναντι από μια οικοδομή σε μια πέτρα του χωματόδρομου για ν ξαποστάσει. Άναψε τσιγάρο και σκεφτόταν τα όσα πέρασαν, τα όσα έφτασαν και εκείνα που 'ναι να 'ρθουν, ενώ χάζευε τους χτιστάδες που την σχολίαζαν κι την  κουτσομπολεύαν. Σαν αποσυλογίστηκε πήρε την απόφαση...η ανηφόρα ήταν μπροστά ...πέταξε το αποτσίγαρο, φώναξε "άντε γειά σας παιδιά" -  τους ξάφνιασε...την καρατάρανε για ξένη- κι άρχισε να ανεβαίνει .
Κάπως έτσι νιώθω ,  πετάω το τσιγάρο, και μην έχοντας άλλη λύση περπατάω να ανέβω τον ανηφορικό χωματόδρομο .

Άιντε μάτια μου γλυκά...



9/11/15

Σταυροδρόμι...

 "...όποιος θέλει να μάθει να παίζει καλά τη λύρα πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι και εκεί χαράζει κάτω στη γη, μ’ ένα μαυρομάνικο μαχαίρι, ένα γύρο (=κύκλο). Μέσα εκεί κάθεται και παίζει.
Σε λίγο έρχονται από παντού νεράιδες και τον περιτριγυρίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο, προσπαθούν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν έξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα. Μα εκείνος, αν είναι φρόνιμος, κάνει πέτρα την καρδιά και εξακολουθεί να παίζει ατάραχος τη λύρα.
«Μα δεν την ξέρεις» του λένε, σαν δουν πως πάνε τα πλανέματά τους χαμένα. «Τί την παίζεις και χάνεις χρόνο;»
«Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω» αποκρίνεται ο λυράρης, «Τι σας νοιάζει»
«Μπά, τίποτα» του λένε, «μόνο αν θέλεις σε μαθαίνουμε να παίζεις λύρα, λύρα που να χορεύουνε και οι πέτρες.» Και τον παρακαλούν να βγει από τον γύρο.
Εκείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά του ζητούν μόνο τη λύρα. Ο λυράρης τη δίνει , μόνο φυλάγεται να μην βγάλει έξω από το γύρο το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί κόβεται ή τρελαίνεται.
Παίρνει τότε μια νεράιδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές, με πολλή τέχνη, και του τη δίνει πίσω πάλι, με δυσαρέσκεια, λέγοντας: «Πάρε την. Εσύ δεν μας πιστεύεις να βγεις έξω και εμείς θα σου μάθουμε;»
Ο λυράρης, όμως, τίποτα, δεν ακούει, και αρχίζει πάλι να παίζει τη λύρα του άτεχνα. Οι νεράιδες που θέλουν να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο για να ξεγελαστεί κάποια στιγμή και να βγάλει παραέξω το χέρι του.
Στο τέλος, όταν κράξει ο πετεινός, για να μην τους βρει η μέρα, του ζητούν να τους δώσει ένα, ό,τι να ’ναι, προκειμένου να τον μάθουν.
Και εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δάχτυλο και αυτές το κόβουν αμέσως. Όμως δεν τον γελούν. Σε λίγο, τον μαθαίνουν να παίζει σαν αυτές και ύστερα χάνονται. "




10/7/15

Ηλία Ρίχτο...

Όλα τα βλέπω σκοτεινά και μπερδεμένα
λες και με βρήκαν όλες οι καταστροφές
μέσα στην τρέλα μου συνάντησα και σένα
και η ζωή μου πήρε ανάποδες στροφές




θα πάρω φόρα, θα πάρω φόρα
να τα γκρεμίσω
αυτά που μου `χουνε μπερδέψει τη ζωή

θα πάρω φόρα, θα πάρω φόρα
να τα γκρεμίσω
να πάρω επιτέλους μια αναπνοή

Έχει θολώσει το μυαλό μου απ' το σκοτάδι
και η καρδιά μου έχει τόση μοναξιά
πάνω στη τρέλα μου μιλάς και συ για αγάπη
κι εγώ καρδιά μου νιώθω μόνο παγωνιά

θα πάρω φόρα, θα πάρω φόρα
να τα γκρεμίσω
αυτά που μου `χουνε μπερδέψει τη ζωή

θα πάρω φόρα, θα πάρω φόρα
να τα γκρεμίσω
να πάρω επιτέλους μια αναπνοή






ΘΑ ΠΑΡΩ ΦΟΡΑ - Μαίρη Μαράντη

Στίχοι:  Πάνος Φαλάρας
Μουσική:  Μάκης Γιαπράκας




2/6/14

We got more soul...




   Μερικές φορές έρχεται μια στιγμή που ξαφνικά  ο χρόνος αλλάζει ροή και τα όσα συμβαίνουν φαντάζουν μεμονωμένα στιγμιότυπα μια ταινίας στην οποία κατέχεις τη θέση του πρωταγωνιστή, του σκηνοθέτη, του σεναριογράφου και του κριτικού. Βοηθούν σε αυτό μια σειρά από ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα σε αυτόνομες χωροχρονικές στιγμές, που όμως μπλέκονται μεταξύ τους έχοντας κεντρικό άξονα εσένα , με ένα τρόπο όμως που η λογική δε μπορεί να εξηγήσει. Λες και η μουσική ή μια άσχετη εικόνα γίνεται ένα δοχείο διύλισης κι ανάμειξης .
  Χειμώνας του 2009 ...ο χρόνος σταματάει γύρω σου ένα απόγευμα περίοδο Χριστουγέννων, όταν μαθαίνεις πως Πρωτοχρονιά θα κάνεις στα γραφεία του ΟΑΕΔ . Κι έχεις να ανέβεις κι εκείνη την ανηφόρα με τις πατερίτσες στον Άη Αρτέμη με σκέψεις να 'ρχωνται σα μικρά εντομάκια που τα τράβηξε το φως του συμβάντος όπως έλαμψε στο σκοτάδι της ρουτίνας. Όσο και να θές να το παίξεις χαλαρός ε...μια ψυχρασία τη νιώθείς , ένα "τι μέλλει γεννέσθαι" , ένα "γαμω την τύχη μου τη κορδελιάστρα" (που λέει μια αγαπημένη ψυχή) .
  Η τότε καλή μου, στα πλαίσια τόνωσης του ηθικού μου -αλλά και επειδή είχε τσιμπήσει το δόλωμα της διαφήμησης από περιοδικά και ψαγμένες-στα-περί-της-τέχνης φίλες - έριξε την ιδέα να πάμε να κινηματογράφο και να δούμε το "Soul Kitchen" ,  που "είναι έτσι...!!!" "που χουν πει για αυτό..."
   Να  'μαι ειλικρινής , μπήκα στην αίθουσα με κρύα καρδιά και  την ταινία την έβλεπα ουδέτερα μέσα στο συνοθύλευμα συναισθημάτων και σκέψεων που με κατάκλυζαν εκείνη την εποχή.Χρειάζεται συχνά ένας καταλύτης, ένα σπίρτο που θα ανάψει το φυτίλι που  χώνεται ανάμεσα σε μνήμες και συναισθήματα κάνοντάς τα να σκάνε σαν πυροτεχνήματα  όπως συνεχίζει την πορεία του καρέ καρέ ως το φινάλε. Το φυτίλι μου ήταν το τραγούδι του Dyke  σε τετοιο βαθμό που  έκανε τα όσα μέσα μου   έπαιζε η οθόνη του μυαλού μου να ταυτιστούν με την ταινία .
  Θα ήθελα πολύ να 'χα ένα Soul Kitchen , και το φαντασιώνωμαι που και που . Ένα χώρο , κατάσταση, που να αφήνει τη δράση αυθόρμητη με τα όποια στραβά και καλά της , ζωντανό οργανισμό να αντέχει παράδοξα  κόντρα στην τεχνοκρατική αντίληψη του συμφέροντος  και τη μηχανιστική αδυσώπητη ροή κανόνων  και πλαισίων ανατρέποντας με μια κίνηση τραγωδίας-  παρέμβαση του από μηχανής Θεού,  τα μουντά πλαίσια αριθμών και νόμων.
   Τέλος πάντων μη έχοντας το Soul Kitchen  και τον από μηχανής Θεό  , κρατάω τη γλυκιά ζεστασιά που ένιωσα ξαφνικά τότε με το τραγούδι του Dyke, μια ζεστασιά σα παιδικό χειμωνιάτικο καφτό μπάνιο που το ακολουθούν  απαλές πυτζάμες, μυρωδάτα σκεπάσματα κι αγγαλιά από το μπαμπά και τη μαμά και ξέρεις ότι όλα θα γίνουν κι ας αγνοείς το πότε και το πως.
   We got more soul... και θα  παίζουμε μπάλα ακόμα , στην τελική η ζωή μας είναι που θα πρέπει να ναι δημιουργική και οι από μηχανής Θεοί εμείς, αν θα εκφραστούμε από κάποιο τέτοιο μαγαζί είναι λεπτομέρεια . Η ουσία είναι στην κάθε μας μέρα που περνάμε .


ΥΓ.
Σε ευχαριστώ miliokas γιατο ωραίο τριπάκι που με έβαλε η δημοσίευσή σου!
[:one_half_hour_later]

 





















27/4/14

Στο θείο Σπύρο...

Είναι κάτι Κυριακές απομεσήμερα που νιώθω σαν παιδί , 7 χρονών, σε ένα κήπο κάπου στο Χαϊδάρι  . Να περπατάω ανάμεσα στα ανθισμένα λουλούδια και στα αυτιά μου να αντηχούν από μέσα η μιουσική και τα μεράκια από το σόϊ  που γλεντοκόπαγε και τον κυρ Βαγγέλη τον Περπινιάδη στην αυλή του να προβάρει στο μπουζούκι από δίπλα τα δικά του μεράκια .  Κεντρική φιγούρα σε όλα αυτά ο θείος Σπύρος... με σημάδεψε ..με αυτές τις Κυριακές ..με τις κασέττες με τα λαϊκά που μας έφερνε -θησαυρό μουσικής στα αυτιά μου - .με το ότι μ έφτυσε στο στόμα μωρό και πήρα το χούι του στο κάπνισμα και το να ' μαι ατίθασος  (η μάνα μου λέει πως πήρα κι άλλα , ...μα αυτά δεν είναι να λέγονται δημόσια) και με την κλασσική ατάκα του "άντε αμα μεγαλώσεις να σε χώσω στην σχολή του ΟΤΕ να μάθεις να φτιάχνεις  τα τηλέφωνα, να γίνεις τεχνίτης!" .
 30κάτι και βάλε χρόνια μετά βρέθηκα να μετράω χωρητικότητα κι αντιστάσεις καλωδιων ...ποιότητες βρόχων ,,και να πηγαίνω βάρδια  -άλλοτε χαράματα άλλοτε νύχτα άλλοτε Κυριακή κι άλλοτε σχόλη-  και να μπαίνω στο τμήμα -ψυχρό γιομάτο ανθρώπους με ακουστικά, μηχανήματα τηλέφωνα κι ένταση - τραγουδώντας κι ας μη καταλάβαινε κανένας το γιατί ..Μπάρμπα Σπύρο δικό σου ...για τα μεράκια σου!









17/10/13

uno lupo di mare...

Σηκώνω ψηλά το χέρι, σα σε χαιρετισμό ...σα να απλώνω να πάρω δύναμη και σα να δείχνω τη δική μου ... κι εσύ σε βράχο ψηλό ντυμένη μεσα στα μαύρα να φαντάζεις -στην αντάρα και την μουντάδα της θάλασσας και της καταχνιά με τα μαλλιά σου ξέπλεκα να παίζει άνεμος καταιγίδας-  μια ιέρια των τεσσάρων στοιχειών. Ακούω το τραγούδι σου σαν μια επωδή βγαλμένη απ τα λαγόνια σου , χθόνια κι αρχαία, όμοια νανούρισμα ,θρήνο μα και ξόρκι, για τους έρωτες και τους θανάτους που πέρασαν και θά ‘ρθουν.
Γλώσσα της γης , με λόγια ακατάληπτα που μόνο τη δύναμή τους νιώθω μέσα μου από την κραυγή σου -δυνατή και στιβαρή να τιθασεύει καιρούς και χρόνους στον πόνο και την γνώση του αίματος που κουβαλάς .
Κι όλα τα κύματα της θάλασσας στο ρίζωμα του βράχου να μοιάζουνε χέρια νέων που σπαραχτικά απλώνονται σε σένα - μικρές χλωμές αναλαμπές στο φεγγαρόφωτο σαν αστραπές (στάλες βροχής που  σπαν’ τα σύννεφα στο μαύρο τους ριχτάρι) ....ψυχών που μοιάζουν χνάρια στις στράτες των νομάδων της ελπίδας ,χαμένες στην αναζήηση χρωμάτων.στο φύσημα του χρόνου
Μου ψυθιρίζεις μεσα στο μυαλό μου τα μυστικά του κόσμου ....σα παιδί που σπέρνεις στα σπλάχνα κι αδυνατώ να καταλάβω μα κάθε συλλαβή μου κάνει ζάρες και ρυτίδες στη ψυχή σα πρόσωπο σκαμμένο από το φύσημα του χρόνου ...και γίνωμαι εγώ σα να σαι εσύ στο άναρχο παλιό και γνώριμό σου μίλημα...”Κουβάλα τη “.





15/1/13

‘Ζούμε τις μικρές μας ιστορίες στο κέντρο και τις συνοικίες…’



Μ αρέσει να περπατάω στο τρίγωνο Πλ.Βάθη - Ομόνοια- Μοναστηράκι . Όχι όλες τις ώρες ...όχι! μόνο το απόγευμα και τα χαράματα…στο λυκόφως της εναλλαγής της μέρας με τη νύχτα.
Απόγευμα …να βλέπω στους δρόμους που αδειάζουν (όταν κλείνουν τα μικρομάγαζα και οι βιοτεχνίες) να πέφτουν ανταύγειες από το ηλιοβασίλεμα στους άδειους δρόμους που γύρω τους αντηχούν οι απόηχοι της μέρας που τελειώνει με το άγχος να προλάβεις το λεωφορείο για την επιστροφή στο σπίτι .
Στο φευγιό της καθημερινότητας σιγά-σιγά σαλεύουν στο λυκόφως ίσκιοι ανάμεσα στα χαρτόνια συσκευασίας, τη σκόνη και τα σκουπίδια της μέρας που πέρασε …άνθρωποι , σύμβολα και αναμνήσεις…
Στέκομαι με δέος στο φανάρι -φάτσα κάρτα στην πλατεία- να κοιτάξω κείνο το μνημείο που βεβήλωσε η εξέλιξη κι ο χρόνος, μα μένει πάντα σαν εικόνα στα μάτια μου…με ανοιχτά τα ξύλινα παραθύρια το πρωί –να αεριστούν τα δωμάτια από τα πατσουλιά, τον ίδρωτα των κορμιών και την ταγγάδα του τσιγάρου- να αντανακλά στους τεράστιους
καθρέφτες με το ξύλινο σκαλιστό πλαίσιο το ανακατωμένο κρεβάτι…και σκοτεινό τη νύχτα με μόνο σημάδι την φωτισμένη είσοδο και την ξύλινη σκάλα για τη ρεσεψιόν που ανέβαιναν τσαχπίνικα και αργά το βράδυ κουρασμένα σέρνοντας ξοπίσω πάντα τη λεία τους …οι γυναίκες αράχνες του Ξενοδοχείου Λωζάνη.
Αναπολώ... το φίλο Ζακυνθινό το μπαρμπέρη στο κουρείο της Βάθη απέναντι από το μπορντέλο στο ετοιμόρροπο σπίτι-κει στο δρόμο που βγάζει στο Εθνικό λίγο πριν το σκυλάδικο και τ’ αδιέξοδο που ήταν το χαμάμ-...αρμένικο κούρεμα Σάββατο απ’ το πρωί να καθόμαστε με τον Θ. μαζί του πίνοντας καφέ με τις ώρες ως να κάνουμε το έρμο το κούρεμα, στήνοντας τσιφορικά παραμύθια και παιχνίδια στους μερακλήδες και πιο πολύ στους ταλαίπωρους μπουχτισμένους νοικοκυραίους που ερχόντουσαν για ξούρα πριν πάνε απέναντι στα κορίτσια (‘με τις υγείες σου χρυσέ μου’ να ξεπροβοδίζει τραγουδιστά ο Ζακυνθινός και μεις να κρατιόμαστε να μη λυθούμε στα γέλια ), και στους περίεργους ‘’σκοτεινούς’’ που έρχονταν για σενιάρισμα αργά πριν βγουν στη γύρα .
Στη Σωκράτους πάντα στεκόμουν –όσο υπήρχε- με δέος στο ξενοδοχείο μετά το κτίριο του πρατηρίου του Συλλόγου της Εμπορικής (πηγαίνοντας προς την αγορά στα δεξιά πριν βγεις στη Σοφοκλέους) να αναπολώ τα κορίτσια που ‘βλεπα πιτσιρικάς να κάνουν πιάτσα μέρα μεσημέρι καπνίζοντας μόρτικα το τσιγάρο τους και ψαρεύοντας τους περαστικούς νοικοκυραίους που τριγύριζαν για ψώνια στην αγορά.
Γελάω τώρα πάντα σα θυμάμαι που με πείραζαν πιτσιρικάκι …περιμένοντας απέναντι και προσέχοντας τις σακούλες με τα ψώνια ως να τελειώσει στο μαγαζί το λογαριασμό ο πατέρας μου…η κλασσική ατάκα ήταν ‘’Αγοράκι έλα δω που θέλω κάτι να σου πω…’’ μ΄ έτρωγε η περιέργεια να πάω, τα χυμώδη κάλη που διαφημιζόντουσαν μπροστά μου, η σκερτσόζικη πρόσκληση και το φύσημα του καπνού από το σέρτικο ήταν σαν το φως που μαγνητίζει μες τη νύχτα, μα το μόνο που κατάφερνα ήταν το γέλιο τους με τα γουρλωμένα μάτια μου να τις κοιτάνε λοξά καθώς έστρεφα το κοκκινισμένο πρόσωπό μου αλλού…τάχατες αδιάφορα… στο καταφύγιο της εικόνας του πατέρα μου που έσκαγε κι αυτός στα γέλια όταν έβλεπε ζωγραφισμένη στην φάτσα μου την απορία ‘’τώρα τι να κάνω…;’’
Μ αρέσει αυτή η περιοχή ... ακόμα και τώρα που στα μάγουλα πετάνε κι άσπρες τρίχες …κάτι με διεγείρει όπως τότε ...!
Είναι σα να ανοίγεις ένα κουτί με παλιά μπαχάρια…θες τα μικρομάγαζα με τα ‘Εδώδιμα-Αποικιακά’, η έντονη μυρωδιά από το φτηνό γυναικείο άρωμα , οι τοίχοι που πότισαν απ΄ τα τσιγάρα, τον ιδρώτα και τους ήχους μιας ζωής-μιας πόλης…η λαχτάρες που γεννάνε οι πλουμιστές προθήκες στα μαγαζιά με κάθε είδους γυαλιστερά αντικείμενα…η σκόνη που κάθεται αληθινή στους δρόμους διεκδικώντας την δική της ύπαρξη μακριά από την καθαρότητα του καθώς-πρέπει lifestyle;… μυρωδιά από πολυκαιρία ,φαγητά, ανάκατη με μπαχάρια και μυρωδιά κολλαρισμένου υφάσματος για γυναικείο ρούχο;

Όλοι οι φίλοι και γνωστοί του πατέρα μου ήταν βιοτέχνες έμποροι ρούχων στην περιοχή...μικρά μαγαζάκια, χωτά σε τυφλές πολυκατοικίες και στενά δρομάκια ...το Χρηματιστήριο της προ Σοφοκλέους Αθήνας! Καρμίρικα βρώμικα γραφεία με κατάστιχα που παίζανε ποσά τρελά από σοβαρούς μετρημένους παππούδες, και κλείνανε δουλειές και γκομενιλίκια ανάμεσα σε μια γκαζόζα και ένα ουζάκι με σαρδέλλα και ελιά ή σαλαμάκι αέρος στο κομματάκι ψωμί ,πάντα από το καφενεδάκι στον ημιόροφο
του κτιρίου…(κάτι σαν τα σημερινά καναπεδάκια στυλ ‘δια χειρός Βαράγκη’ με μους σολομό και σαλάτα με ρόκα, κατσικίσιο τυρί και σάλτσα βινεγκρέτ με μέλι σε ντιζαϊνάτο café…γίναμε Ευρώπη ρε πούστη μου να πούμε!σορρυ ξέχασα τρώμε και pasta με λάδι τρούφας –aka ζυμαρικό να στουμπώσουμε)
Δε θα κρύψω ότι η καλύτερή μου ήταν στις βιοτεχνίες γυναικείων ρούχων ...η μυρωδιά του ραμμένου υφάσματος με την κόλλα ποτισμένη από τον ιδρώτα της σκυμμένης στη μηχανή ράφτρας κάτω από τον ασθενικό ανεμιστήρα ... καθόμουν σε μια γωνιά και τις χάζευα να κάνουν τις πλάκες τους χωρίς αντρική παρουσία και να δοκιμάζουν τα ρούχα και τα εσώρουχα που έραβαν (σιγά μη χαμπάριαζαν ένα 9χρονο-10χρονο που χάζευε)
Όσο κι αν μεγάλωσα κι αν άλλαξε ο τρόπος ζωής ακόμα ψωνίζω από κει ..ειδικά σε όσα μαγαζιά παλιά έχουν απομείνει κι ακόμα νιώθω την ίδια ανατριχίλα όταν η γυναίκα που συνοδεύω στα ψώνια της βγαίνει από το δοκιμαστήριο και νιώθω στα ρουθούνια μου την ηδονή από τη μυρωδιά του κορμιού της ανακατεμένη με το κολλαρισμένο ύφασμα ...
Να ‘ναι παιδικά απωθημένα, γεροντικός ρομαντισμός που μου λείπουν τα πρατήρια των κηροπλαστείων, βιοτεχνιών, οι αποθήκες ψιλικών κι αντί αυτά σε λίγο θα βλέπουμε στου Ψυρρή και στις γύρω περιοχές τσολιαδάκια made in Taiwan και κράχτες μαγαζιών τύπου τσέλιγκας στη βάρη …οι πλακιώτες ήταν τουλάχιστο γραφικοί…!
Φταίει το άτιμο το λυκόφως …πλέκει ιστορίες με τις σκιές του, δυσδιάκριτες ως είναι σαν εικόνες τις παίρνεις για ότι η φαντασία σου προβάλλει πλάνη.
Πρέπει να χωθείς στα μισοσκότεινα στενά, μετά από ναργιλέ χαράματα στην πλατεία των Αγ. Αναργύρων, αφού χαζέψεις -αργοπίνοντας το ποτό σου- τις ματαιόδοξες απόπειρες του Έλληνα μικροαστού να πλανευτεί από τη ντόλτσε βίτα (τύπου Ζαγοραίος σε remix Φοίβου-Καρβέλα…).
Να δεις την αλήθεια και την ομορφιά στην παρακμή των τοίχων, να τους αγγίξεις και να λερώσεις χέρια , να βρωμίσεις τα παπούτσια …
και ξαφνικά να σου φανούν το σινιέ πουκάμισσο, οι δερμάτινες οι τσάντες , τα γυαλισμένα παπούτσια , τα αλφαδιασμένα παντελόνια ,οι μπέμπες, τα εσγιουβι και τα σμαρτάκια το image όλο ...σα τα τενεκεδένια ψευτο-παίχνιδα που έβλεπα πιτσιρικάς στις βιτρίνες στα στενά της Αθηνάς .
Μ άρεσε που οι τότε –θυμάμαι- οι μαγαζάτορες πάντα καλημερίζονταν με τις πουτάνες και που καμιά χειραψία δεν ήταν ''χαλαρή'' ...


ένα απρόοπτο κείμενο που γεννήθηκε σε μια αναπάντεχη βόλτα-κοπάνα-μετά συγκαταθέσεως της διεύθυνσης, επιστρέφοντας στο γραφείο ένα απόγευμα του 2006 αν θυμάμαι καλά ...μπορεί και αργότερα ..τέλως πάντων δεν έχει σημασία ...ο χρόνος πάντα είναι προσεγγίσιμος βιωματικά!

7/12/12

Μια ευχή...


Τα κέρατα του τάύρου να γίνουνε φτερά,
να απλωθούν με χάρη,
-ένα με τον ορίζοντα-
πάνω στον ανθοστόλιστο βωμό της γης.
κι η κίνησή τους
με χάρη στιβαρού χορού
-στη μουσική από μνήμες και ψυχές
συντρόφων που ξέφτισε ο χρόνος-
μήτρα να μεταμορφωθεί αρχέγονη
να μας ξαναγεννήσει...
 (Αθήνα 2005)










21/3/12

Ημέρα ποίησης και νύχτα πολιτισμού...



και ξαφνικα σημερα αιφνης ανακαλυφθηκε η υπαρξη της ποίησης σαν να μην υπήρχε ποτέ πριν στον κόσμο αυτό των εντυπώσεων και της εύπεπτης ηδονής...νεόκοποι ποιητές ...επετειακοί αναγνώστες ..όλοι σε ένα παρδαλό γαϊτανάκι πολιτιστικού καταναλωτισμού... και μου 'ρχονται αυθόρμητα στο νου οι στίχοι του Αναγνωστάκη...

  

Ποιητική

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,

Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.

-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς

Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.

Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.

Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις


Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
 

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970)
    

19/3/12

Η ΠΟΥΛΙΑ...

"Zω εδώ κοντά σε ένα μέρος μακρινό
 προσμένοντας την άνοιξη και τ' όμορφο καλοκαίρι 
 με την παλίρροια να με δεσμεύει. 
Εκεί οι απέραντοι ωκεανοί,
 ο ήλιος και το φεγγάρι 
μπήκαν σε παραμύθια αιώνιας λήθης
 και η πούλια, η ωραία μου κοιμωμένη
 θεραπεύεται απ' τους αφρούς της γέννησής της.
 Εκεί ο άνεμος αχάει
 και τα δέντρα γίνονται σκαλωσιές 
 τα σώματα να αναστυλώσουν το χρόνο που τους μένει
 και που με δίαιτα συναισθηματική καταναλώνονται τα αιώνια και τα καθημερινά 
ώστε να απέχουμε απ' τις σταυροφορίες του κόσμου. 
Γι' αυτό λοιπόν, 
όταν ανεμίζεις λευκή σημαία από το τηλέφωνο 
 και με επαναφέρεις στις ανασκαφές του έρωτά μου 
μάθε να ακούς
 όπως δεν ακούς τον εαυτό σου
 να μη μείνουν τ' αστέρια και τα πουλιά ο μόνος ακροατής μας "

.  

"Απόψε η πούλια μάλωνε με τ'αστέρια

 κι εγώ είδα στον ύπνο μου κοιμόμουνα με σένα

 και ξύπνησα με μια χαρά και τ' όνειρο ήταν ψέμα."



 MODE PLAGAL - Η πουλια (παραδοσιακό Σαρακατσάνικο)/ Το γραμμα από το lp: Στη κοιλια του κητους


Οι Mode Plagal είναι:
Θοδωρής Ρέλλος άλτο/ σοπράνο/βαρύτονο σαξόφωνο, φωνή
Κλέων Αντωνίου ηλεκτρική κιθάρα, φωνή
Florian Mikuta πλήκτρα
Αντώνης Μαράτος μπάσο
Τάκης Κανέλλος ντραμς, φωνή

6/7/11

ΔΙΑΚΟΠΕΣ...ΟΕΕΕΕοοοοοοο





''...Οι άνθρωποι βρίσκονται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί.Άλλοι τρέχουνε από δω, άλλοι από κει.Όλοι βιάζονται.Δοξάζω τον Θεό άμα δώ κανέναν να πορεύεται ήσυχα, χωρίς να βιάζεται!...Άλλοι τρέχουνε λαχανιασμένοι να πιάσουνε τη χρυσή ρόδα, που την κυλά μπροστά τους ο διάβολος, που τον λέγανε Ερμή... Άλλοι κάνουνε λογής-λογής συνέδρια, και συζητάνε περί ανέμων και υδάτων, άλλοι μαζεύονται κι αλληλοθαυμάζονται κι αλληλομισούνται σε σωματεία, σε συλλόγους, σε εταιρείες, άλλοι μαζεύονται σαν τα μυρμήγκια κατά χιλιάδες και βλέπουνε τα λεγόμενα ματς...άλλοι εκθέτουνε τα έργα της τέχνης τους και καμαρώνουνε, ως που να περάσουνε δυό-τρεις μέρες και να τους ξεχάσουνε οι θαυμαστές τους, άλλοι τυπώνουνε βιβλία,άλλοι βγάζουνε λόγους σαν βραχνιασμένοι βάτραχοι...Όλοι,τέλος πάντων, καταγίνονται με όλα, όσα μπορούνε σε τούτον τον ντουνιά, για να ξεχάσουνε τον εαυτό τους, για να μην απομένουνε μοναχοί και δούνε τη γύμνια τους, τη μιζέρια τους, το χάος που τους ζώνει...''



Από το βιβλίο ''Ευλογημένο καταφύγιο'' του Φώτη Κόντογλου,εκδόσεις Ακρίτας.
Πρόκειται για δημοσιευμένα άρθρα στην καθημερινή αθηναϊκή εφημερίδα''Ελευθερία'', όπου έγραφε από το 1948.

5/7/11

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ

Κι είμαστε εδώ μικρό μου...να δροσιζόμαστε στην σκιά -σε μια παραλία της Κύθνου- από την άψα του λαμπρού Αιγαιοπελαγίτικου ήλιου, απομεσήμερο Σαββάτου, με μάτια θαμπωμένα από τη φωτοχυσία του ήλιου καθώς χτυπάει στο λευκό των τοίχων...ζαλισμένοι σα τα ψαρόνια να τριγυρνάμε να ξεκουράσουμε τα μάτια στο καφέ χρώμα της γης και των βράχων και στο γαλαζοπράσινο της θάλασσας.
Άντε στην υγειά μας ...κι η χάρη Της να μας φυλάει σε δύσκολους καιρούς...να αντέχουμε -σα την ξερολιθιά που φράζει την αυλή- τους αέρηδες, τα κύματα ...τη φθορά του χρόνου και της ζήσης. Πίνω μια γουλιά δροσερό σπιτικό κρασί που μου ακούμπησε ο Γιώργος στο τραπέζι και σβήνω την άψα του σφουγγάτου -γάλα γλυκό κατσικίσιο κι αρμύραθάλασσα μαζί...και θέλω...δω πα...στην ταβέρνα στις Λεύκες να στάξω λίγο κρασί στη γη. Να ποτίσει χάμω την άμμο ..να φτάσει κάτω πιο βαθιά ...μα ντρέπουμαι. Φοβάμαι πόσο παράξενη η κίνηση θα φανεί...τα μάτια που θα με κοιτάξουν μέσα από μάσκες κι αλοιφές που κρύβουνε την μαγική τη δύναμη του χρόνου ...της ψυχής (αλλόκοτοι οι καιροί που ζούμε...ξεχάσαμε τα απλά και αυτονόητα, τα όσα νιώθουμε στην ψυχή μας). Μα θέλω να το κάνω, είναι πολλοί και πολλά που χρήζουν τη σπονδή αυτή για να αλαφρώσω και να 'σθανθω πως τους ευφραίνω!
Μέρες πριν, πετάχτηκα απότομα στον ύπνο -θα ΄ταν 5 παρά κάτι το πρωί. Ξάφνιασα την πιστή μου συντρόφισσα τη Ντόλυ, που γουργούριζε κουλουριασμένη στην μακαριότητα της στιγμής, σιμά στο πρόσωπό μου ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ. Με κοίταξε το ζωντανό απορεμένο, με μάτια γουρλουμένα και αυτιά ολοτέντωτα σα κεραίες να συλλάβει τι συνέβηκε...ήρθε κοντά, με μύρισε κι αφού σιγούρεψε πως ακόμα ήμουν εγώ, με δάγκωσε γλυκά στον ώμο και κάθησε καρσί να με κοιτά συλλογισμένη, να παιδεύει μέσα της κι αυτή μαζί μου, τη φωνή που έμπηξα: "κρατάτε μετερίζι,...έρχονται...Ψυχή Βαθιά".
Έστριψα ένα τσιγάρο και σηκώθηκα...τράβηξα με θολωμένα βήματα να ψήσω ένα καφέ...κείνη την στιγμή έπαιζε ένα λεβέντικο πουστσένο και φώναζαν οι αντάρτες "Ψυχή Βαθιά"...δυνάμωσα την τηλεόραση, ρούφαγα τον πικρό καφέ αντάμα με μπουκιές τσιγάρο και γέμιζα...μπαίναν από τα μάτια οι εικόνες και κάθωνταν απάνω σε αναμνήσεις, σε ανιστορήσεις, σε βιώματα παιδικά και εφηβικά ...σε σκέψεις πεζές της καθημερινότητας...ένα κουβάρι βαρύ και σκοτεινό...μα κατάδικό μου...που χτύπαγε απάνω του το φως του πρωινού τρυπώνοντας από τις γρίλες και φώτιζε ολοκάθαρα κείνο το παιδί που στεκόταν αλλαλιασμένο από πίκρα, απόγνωση και τρόμο σε μια γωνιά μέσα μου ... και τό 'βλεπα κι απάνω στο γυαλί! Στα πρόσωπα -ενθεν κι ένθεν- που αναπαρίσταναν -σκαμένα από τον ίδιο τρόμο και απόγνωση- τα σημεία και τέρατα των καιρών τους ... αυτό που ζούμε σήμερα και ξεχάσαμε το πως να το εκφράσουμε.
Τζάμπα με μάλωσες στριντζόγατο...τζάμπα κι άδικα που 'πα στην κουβέντα πάνω "Ψυχή Βαθιά"...κι αυτοί κι εμείς σε άλλες εποχές μα για τον ίδιο λόγο...όχι λόγο μικρό και μαγκίτικο με λίγδα λιμανιού και φτηνιάρικο σινιέ κουστούμι από τις εκπτώσεις...μα λόγο το βαθύ, τον που ζούμε στην εποχή μας ...όλα όσα μας οχυρώνουν μόνους κι ανήμπορους πίσω από το μετερίζι της μικρο-αστικής ζωής μας, να παλεύουμε να αντέξουμε μια αντάρα, να μη μας αγγίξει η καταιγίδα και βρεθούμε μπρος στο δίλημα τι να πρωτο-απωλέσουμε από όσα αγαπάμε...από όσα λαχταράμε...μη φυσήξει δυνατά και σβήσει αυτή η αδύναμη η φλόγα που ανάψαμε σε ενά λιγνό ψυχοκέρι σε μια ξερολιθιά, μια ελπίδα τρεμάμενη ότι μπορεί...μπορεί να ζήσουμε με ηρεμία τα όσα λαχταράμε στα μικρά και καθημερινά μας όνειρα -όσο κι αν φαντάζουνε περίπλοκα μέσα στα γιορντάνια και τις φιοριτούρες της κατανάλωσης και της εντύπωσης.
Βλέπω στα μάτια που κοιτάω το σάστισμα ...έξω από τ' ανθρώπινο να περπατάς στο Γράμμο ανάμεσα σε φλόγες που λαμπαδιάζουν σάρκες...δέντρα...πέτρες -έξω από τ' ανθρώπινο να περπατάς σε δρόμους με τσακισμένες πεηφάνιες, αξιοπρέπειες, όνειρα... να κοίτωνται καμένα κουφάρια...ναπάλμ αμερικανοεγγλέζων τότε ...και σήμερα νόμοι και διατάγματα για οικονομικά μεγέθη δυτικών...
Τούτη τη βολά ο Γράμμος κατέβηκε στην πόλη...και μού 'ρχεται όπως πίνω το κρασί και καπνίζω κοιτώντας τις σκέψεις μου στην κάφτρα...που μούλεγες Δημήτρη ότι πρέπει να μπει στο γάμο κι ένα αντάρτικο ...γιατί κι αν ζούμε σα μικροαστοί παλεύουμε να έχουμε το "όπλο παρά πόδα"...γιατί κι αν παλεύουμε σε χώρια μετερίζια ...ακόμα σαλεύουμε.
Και μα το Θεό δε ξέρω...δω τώρα, στον ίσκιο πίνοντας το κρασί στην ταβέρνα του Γιώργου στις Λεύκες της Κύθνου, δε ξέρω...τι 'ναι λιγώτερο επώδυνο...από όσα πρέπει μικρά ή μεγάλα... σημαντικά κι ασήμαντα να αποφασίσω...κι ούτε κι εσύ ...κι ούτε κι αυτός...κι ούτε κι ο άλλος...κι ούτε και κείνοι τότε .
Κείνοι τότε ήταν μαζί ...αντάμα...μεις -οι πιο πολοί χαμένοι στο εκτυφλωτικό σκοτάδι και στην ζάλη των καιρών ...να ψάχνουμε ελπίδα να πιαστούμε, να πειστούμε...ελπίδα αδύναμη σα τα κεράκια που ανάβουν στην Κανάλα και σβήνουν βγαίνοντας από την εκκλησία...μικρές φλογίτσες πίστης που κρατάνε λίγο. Λίγο...;
Ψυχή Βαθιά ...για την αβεβαιότητα των ημερών που 'λαχε στον κλήρο μας ...για όσα καθένα μας τον κάνουν να σφίγγει χείλια και να τσακίζει μέτωπο...
Ψυχή βαθιά ...γιατί οι μέρες τούτες θα μας κάνουν να σηκώσουμε το χέρι, όχι σε μάχη, όχι σε πάλεμα απέναντι σε εχθρό...μα απέναντι στον άλλο...μέσα στα σπίτια μας ...μέσα στα κρεβάτια μας ...μέσα στις καρδιές ...μέσα στο φιλί και τις ψυχές μας.
Ψυχή βαθιά να αντέξουμε...καθένας μας το λογισμό του, κι ας είναι μικρός και πεζός κι όχι υψηλό ιδανικό και πάνω από τα μέτρα μας κατόρθωμα...
Ψυχή βαθιά για τα απλά τα καθημερινά ...λιθάρι το λιθάρι μην μια μέρα ανταμώσουμε και κάνουουμε ομού το μετερίζι να σώσουμε τα όνειρά...του καθενός μας τα ξεχωριστά μα που το ίδιο σ' όλους μας τα σβήνει η αυγή και σα μπουρού βομβαρδισμού το ξυπνητήρι.
Ίσως αν κάνουμε βαθιά ψυχή ...να νιώθει κι όχι να 'ναι κούτσουρο καμένο, ίσως και μεις να βγούμε στα βουνά των δρόμων μας αφήνωντας ένα παρά πίσω...αυταπάτες...πόθους και πάθη ανικανοποίητα ...μα κι ανθρώπους που αγαπάμε, πεισματικά με μια σφαίρα για φυλαχτό αν όλα που παλεύουμε τύχει να γκρεμιστούν.
Κοινά και συντροφικά τον ξέχωρο πόνο και τη σκέψη καθενός- σα κι αυτούς κοινό μετερίζι...κι ας φαίνεται στα μάτια μας σήμερα αλλόκοτο κι αποδομημένο μέσα από αναλύσεις και μελέτες ...δύσκολο να αντιλφθεί κανείς τα όσα το πετσί δεν ένιωσε και διάβασε το μάτι ...δύσκολο στο σήμερα τα όσα γεννιώνται μέσα μας και γύρω μας να αντιληφθούμε...αυτά που τα προσπερνάμε επιδερμικά μη νιώθωντάς τα μέσα στην γλυκιά μας αυταπάτη.
Έχουμε δρόμο ...και πόνο...μέσα μας το πιο πολύ ...να ψάχνουμε να βρούμε την ψυχή μας τη βαθιά ...
Μοιάζουμε αθώα αφελείς ...σαν ανταρτόπουλο αμούστακο και νιόβγαλτο τη μέρα που έληξε ο εμφύλιος να περπατά στα αποκαίδια και να ρωτά ..."νικήσαμε"? κι ένα γύρω να καπνίζουν οι σκηνές των αγανακτισμένων...σήμερα...
Ψυχή βαθειά...σ όλους μας ...σαν ευχή...σα προτροπή...για όσες ιστορίες δικών...φίλων..γνωστών..που μου ρχωνται και δε θα τις ανιστορήσω...κι όλες μα όλες έχουν μέσα τους μια αγωνία να περπατά ανώνυμα στο δρόμο δίπλα μας ...μια πίκρα κι ένα φόβο ...
Ψυχή βαθιά για όσα μας γράφει να αντέξουμε και να συναπαντήσουμε...απαντοχή σκαμένη στις ψυχές από τους αέρηδες των καιρών..ψυχή βαθιά για όσα μέσα μας δε θέλουμε ούτε να ξεστομίσουμε κι ούτε να τα σκεφτούμε...τουλάχιστο κάποια στιγμή ας τραγουδήσουμε έστω ας μουρμουρήσουμε σα σκοπό ..ότι από μέσα μας βγει...από ψυχή βαθιά .

Κύθνος 02/07/2011

16/5/11

Clochards...στο σαλόνι & Jazz στο μπαλκόνι ή.....στ' αλώνι

Έχουν περάσει πολλά χρόνια από κείνη τη στιγμή που στο άγουρο τότε μυαλουδάκι μου των 14 χρόνων εντυπώθηκε βαθιά μια παράξενη αίσθηση που ακόμα δεν έχω ερμηνεύσει -μα πάντοτε σέβομαι για την πληρότητα συναισθημάτων που μου προξενεί και τον πλούτο των ερεθισμάτων που μεταδίδει στο μυαλό μου.
Ίσως να ισχύει ο κανόνας πως "τα εξωτερικά όργανα είναι απλά προέκταση των εσωτερικών βιολογικών οργάνων" -κατά τον ορισμό του Yusef Lateef για την Jazz-, κι αν αυτό το εντάξεις στο πλαίσιο ερωτισμού που διέπει αυτή τη μουσική, την τρέλα και την αρωστημένη μεγαλοφυϊα των δημιουργών της και διακρίνεις πίσω από τη λαμπεράδα, την πρόστυχη και σκοτεινή καταγωγή της -και της μουσικής και τής αργκώ που την εκφράζει λεκτικά με έννοιες και σημεία - 'κει πίσω στα στενοσόκακα των μπορντέλων της Ν.Ορλεάνης, θα καταλάβεις γιατί η jazz είναι σα τον τύπο που αποτελλεί την ατραξιόν του όμορφου πάρτυ αλλά κανείς δε θαθελε να φλερτάρει ή και να τολμήσει να συνοδέψει σε μια έξοδο την κόρη του!.
Η σχέση με τη μουσική και το μουσικό έργο είναι βιωματική, πόσο μάλλον στην jazz που ο κυριότερος της σκοπός είναι η ηχητική έκφραση του συναισθηματικού και εγκεφαλικού φορτίου του μουσικού...


...
άκου χωρίς να κρίνεις...
Άκου τη μελαγχολία της νύχτας
το πάθος των κρουστών
την κραυγή της τρομπέτας
το ουρλιαχτό του σαξοφώνου
τη βουή της μέρας
τη νοσταλγία των πλήκτρων...
άκου και μη κρίνεις...

18/3/10

το αχ και το αμάν...

ο ήχος ...σαν έκφραση στον υλικό κόσμο μιας εσωτερικής διεργασίας προσδιορισμού της ύπαρξης του όντος ενώ βάλλεται ...τοκετός μιας μεταφυσικής κυοφορίας προερχόμενης από τη γονιμότητα της ζωής στον απόλυτο βαθμό της συχνά βίαιο και τραυματικό...η φωνή σαν αρχέγονο μέσο διάχυσης της ενέργειας που περικλείει μέσα της μια ύπαρξη ..."Εν αρχή ήν ο λόγος"




η λέξη σαν μέσο συμβολισμού εμπεριέχοντας την δυναμική των συναισθημάτων και των βιωμάτων ...θρήνος και εις άδη καθοδος...δοκιμασία κρίσης της ψυχής και μεταμόρφωση σε δρώμενο όπου η φωνή είναι η θυσία και σαν διαδικασίακαι σαν προσφορά στον βωμό...θεία κοινωνία βιωμάτων ψυχής μυστικότερη και πιο βαριά από το αίμα...



μια τελετή που αντλεί την ρίζα της δύναμης της ψυχής μέσα από το χώμα που κι αν δίνει ζωή και δύναμη την παίρνει συνάμα...


για ναρθει να φανεί το μεγαλείο της Ανάστασης μέσα από τον πόνο και τη φθορά...και ΕΙΠΕΝ ο Θεός...







...."
-και τον Θεό σου πάνω στον χορό και την έκσταση πως τον φωνάζεις:
-AX!...AX...τον φωνάζω..."



(τα βίντεο είναι από την Εκπομπή "Ελλήνων Δρώμενα" της ΕΤ3. Αφιέρωμα στον αμανέ το Δεκέμβρη του 2008.Τραγουδά ο Σόλων Λέκκας)

ΥΓ.
Ευχαριστώ την Ίφιδα που το ξέθαψε χωρίς να ξέρει ότι έψαχνα αυτά τα βιντεάκια καιρό τώρα...νασαι καλά φιλενάδα!

29/11/09

Με τη γεύση του πράμνειου στα χείλια, το πέλαγο στ' αγνάντι και τη δοξαριά στ' αυτί...

Αν ο καριώτικος ήταν χρώμα ... θα πρεπε νατανε λευκός ,γιατί 'ναι όλα τα χρώματα μαζί ...
είναι καθάριο σα τις νότες του βιολιού που αντηχεί το μεράκι του οργανοπαίχτη, φωτεινό σα τον ήλιο που ζεσταίνει τη γη και βλασταίνει το πλατάνι που γύρω του θα στηθεί το πανηγύρι...εντυπωσιακό και γάργαρο σα τον αφρό του καριώτικου πελάγους, αγνό και σεβαστό σα λειτουργικό ράσο σε μυστική γιορτή που απαντιώνται η παρθένα Ταυροπόλος, ο γλεντοκόπος Βάκχος με το γιοματάρι του κι o Χριστός...όλοι τους να θεώσουν την ανθρώπινη μικρότητα, να υψώσουν το είναι σ' άλλες διαστάσεις.
Λευκό για ναναι καθαρή η καρδιά που οδηγάει τα βήματα και απλώνει χέρι να πιάσει τον διπλανό αντάμα να χορέψουν...
Έτσι το νομίζω δηλαδής...!
Μήνες τώρα προσπαθώ να αποδομήσω το συναίσθημα που νιώθω όταν αναπολώ τις στιγμές που έζησα στην Ικαριά, μα σα να μου χορεύει κοροιδευτικά το πεφταστέρι της ουσίας στο σκοτεινό ουρανό της πόλης.
Κρίνω πως είναι το αντάμωμα με κατι γνώριμο κι οικείο -σα μια φορά στο λεοφωρείο του ΚΤΕΛ χαράματα ανεβαίνωντας βόρεια π΄άκουγα Ικαριώτικο και μια ξενιτεμένη Ικαριώτισσα σηκώνεται με τα παιδιά τηε 2 καθίσματα πίσω να με σκουντάει με λαχτάρα ρωτώντας:
ακούς ικαριώτικα, μπορώ να ακούσω κι εγώ;
Είναι σα να βρίσκεις στο σκοπό, στο χορό, τους δικούς σου κι ας μη τους ξέρεις κι ας μη σε ξέρουνε!


Είναι σα μια βαθιά σιωπή
-στα μάτια μου ο ίσκιος του πελάγου-
Είναι σα μια βαθιά σιωπή
-νησιά περαστικά να αγναντεύουνε το βράδυ-
κι είναι γλυκό το αρμυρο τους χάδι,
ξορκι στα τέσσερα στοιχειά του κόσμου μου του μάγου!
κι είναι σα ρυθμικος χορός
το τρέμουλο αργό
στα πόδια, στο κορμι μου
που σπρώνει μένανε και το σκαρί στα κύμματα
-αργά- στην ηδονή μου!
Είναι σα μια βαθιά σιωπή
αργή σαν άφωνη κραυγή
στης γλύκας τη βιασύνη
το χάδι αρμυρό και φωτεινό κρυφά να γαργαρίζει
κι αερικά, του φεγγαριού το φως, να απονερίζει!
Είναι σα μια βαθιά σιωπή
ν΄αδημονάς να δεις αυγή
αλλού
μακριά από όσα πίσω του
αφρίζοντας το κύμα αφήνει

εν πλώ για Ικαρία στο F/B Mykonos 09/08/2008

Είναι μεγάλο το συμπαντικό μυστήριο που κρύβεται στη χάντρα...


Θέλοντας να ξεμπαφιάσω, έβαλα να παίζει επαναλαμβανόμενα το 'κέντημα' του Χιώτη (ένα μερακλίδικο 'κέντημα' που λέγεται:'Όταν είμαι στα κέφια' και πάντα μου μιλάει πατρικά μες τη ψυχή...)και άρχισα να περπατάω θολωμένος.


Σκόρπιες ανάκατες σκέψεις δίχως ρυθμό που να μπορώ να κατανοήσω χορεύουνε απάνω στην αξύριστη και σκεφτική μου φάτσα όπως αχόρταγα ρουφάω με τα μάτια το πλακόστρωτο της Διονυσίου Αεροπαγίτου και τα χρώματα που χύνονται από τα στενά της Πλάκας... Χέρια στις τσέπες, ώμοι σκυφτοί, και προβάλλω στις βιτρίνες τις δικές μου εικόνες-σύνεργα, καλέμια που μ υτά τη γκρίζα και μονότονη θωριά του κόσμου προσπαθώ να κάμω ομορφάδα. Κουτούκια, μάτια, λόγια, πρόσωπα...
Να τανε λέει τυχερό να μου φανερωθεί ένα κουτούκι με πενιές...σαν αερικό που ξεπηδά από παρατημένο μαστραπά στην ακριά του δρόμου...να αλαφρώσω το κεφάλι μου και να ευφράνω την ψυχή μου με ήχους που υποβόσκουνε απ' τον αχό της μέρας...
Πλάκα, Μητρόπολη, Ερμού, πολύβουα μελίσσια που απρόσιτος περνώ χαζεύοντας τα χρώματα που πεταχτά χοροπηδάν στο βάδισμα, στο τρέξιμο και στο χορό ποδιών που κουβαλάν μικρόκοσμους με όνειρα, με πάθη και μικρές αναριγήσεις.Τρέχουνε ολόγυρα με στήθη ορθωμένα και με λικνίσματα γλουτών -ετοιμοπόλεμες αμαζόνες- λες και χορεύουν στο ρυθμό μιας μουσικής κρυφής που δεν ακούνε -κι όμως ηχεί στα αυτιά μου καθαρά και γάργαρα το μυστικό χορό του Βάκχου και του Ηρακλή, πόλεμου και έρωτα- πρωτόγονο συναίσθημα βαθύ...
Το βήμα μου έχει πάρει το ρυθμό από το κέντημα του Χιώτη, πότε βαρύ αγέρωχο κι αργό, πότε γρήγορο σα σε χορό τρελό.. μα χάνω τον ρυθμό...χάνω την ισορροπία ...δε μου ταιριάζει έτσι ξερό.
Ψάχνω απεγνωσμένα γύρω με τα μάτια, στις τσέπες με τα δάχτυλα ...κενό! Το σύμπαν χαοτικό κι ο Χιώτης να προσπαθεί να μου πει κάτι που δε κατανοώ... Κατεβαίνω ως την Ομόνοια και η μουσική φωνάζει αυτό που στα τυφλά, με αγωνία και μ' απόγνωση τα δάχτυλά μου ψάχνουνε σκληρά σε τσέπες, τσάντα -όπου γωνιά κρυφή και φανερή κάτι δύναται μέσα της να φωλιάσει...Σκληρά τα δάχτυλα, στανικά σκαλίζουνε ποθώντας να λεφτερώσουνε το μυαλό και να ηρεμήσουν την ψυχή...παραπατάω και χάνωμαι!

Μυρίζω με ανακούφιση της μπροστινής μου το βαρύ και ξαναμμένο άρωμα.Με συνεφέρνει σα χαστούκι στις αισθήσεις και μαγεμένος ακολουθώ το μίτο που ξετυλίγει...και ανεβαίνω με τον κόσμο μαζί κι εγώ-μα και από όλους χώρια... στο πλέξιμο του μπουζουκιού το βλέπω κρεμασμένο...θαλασσινή ματόχαντρα να σκάσει η θολούρα .
Με περίμενε τ' άτιμο ....!!!!Μου το συχώρεσε που τ΄άφησα να φύγει από τα δάχτυλα μέσα στην παραζάλη, την αμυαλιά του πλανεμένου νου που άφησε να τον μαγέψουνε τα ευτελή και χθόνια, τα λαμπερά και ψεύτικα -σαν άβγαλτο και άγουρο παιδί μες τη ζωή...
Όλα αποκτούνε νόημα και ο κόσμος πια δομή...μια τάξη που η μουσική μιλά κι η χάντρα σιγοντάρει. Το μαγνητίζω να μιλά, να ανταπαντά στη μουσική, τις σκέψεις να χορεύει και να φαντάζουν πιο μικροί κι ανώδυνοι οι φόβοι. Κράτησε τούτο χρόνο πολύ τη συντροφιά στην πάντα άδεια τσέπη και σκοτισμένο μου μυαλό και διάλεξα να το αποχωριστώ όταν μια μέρα θέλησα να μοιραστώ κάτι βαθύ και μυστικό.
Χάρηκα για την τύχη του που ήτανε καλύτερη απ' όποια φανταζόμουν ...
Ίσως να είναι καλύτερα εκεί να ακροθωρεί τα όμορφα Τζουμέρκα...Ισως να ακούει ανθρώπινες ιστορίες ποτισμένες με τσίπουρο και μυρωδιά ξυλόσομπας στα ροζιασμένα χέρια κάποιου παππού...
Κάπου κει στους Ραφταναίους σε μια γλάστρα κάποιος έλαβε ένα πολύτιμο δώρο για τις αναπολήσεις της ζωής και τους μεγάλους στοχασμούς τις νύχτες του χειμώνα...κι είθε να λέει μιαν ευχή για όσους το εκράτησαν πρωτύτερα και σε χαρά και θλίψη...
Κισμέτ...

Χρόνια μετά με κομπολόγια από αχάτη, κόκκαλο,κεχριμπάρι πιότερες άσπρες τρίχες και βαρύτερες σκέψεις ακόμα ακούω τη χάντρα ψάχνοντας πιο μυστικούς ρυθμούς να μου μιλήσει μα γω κουφός δε καλοακούω !

28/10/09

τα λυκαυγή της πόλης

Είναι κάτι στιγμές που κοιλοπονάς τη νύχτα χωρίς να αντιλαμβάνεσαι εκείνη τη στιγμή το γιατί σου συμβαίνει αυτό.
Σα μια μικρή θύελα ραδιοσημάτων που 'ρχωνται μέσα από τα FM - ενώ ακούς την μικρή απλή καθημερινότητά σου να τελειώνει ''τόσο απλά τόσο ρηχά τόσο συνηθισμένα'' στα νέα που μπαγιατέψανε- και ο αχός τους υπόκωφος να σπάει την συνηθισμένη αλληλουχία κοσμικών γεγονότων.Κάτι σα να ακούς μια λύκαινα να τραγουδάει την περήφανη μοναξιά της στο φεγγάρι ενώ υψώνονται γύρω σου τα φώτα μικροαστικών πολυκατοικιών που κρύβουν επτασφράγιστα τους φόβους και τα πάθη αραχνιασμένων γενεών που εκκολάπτονται σε σώματα κουκούλια καθισμένα γύρω από το τραπέζι της κουζίνας ή πάνω στον καναπέ να δουν τον βραδινό αγώνα , τρώγοντας σε κάθε μια ευκαιρία τα ίδια τους τα σπλάχνα.Τόσο άξαφνο και συγκλονιστικά απρόσμενο είναι να ακούς αυτό που σου χαλάει την τάξη και σειρά ...Σαν το αλύχτισμα της να γίνεται ένα ''φου'' και η θράκα να φλογίζει , γυρεύοντας διέξοδο να βγει επάνω σε ανταπαντητικό αλύχτισμα ...
Είναι τ' αλύχτισμα αυτό που κοιλοπονά να βγει και πνίγει σα καπνός φλόγας που σβήνει μια κι όλα σε τούτο τον κόσμο πρέπει να γίνονται κρυφά και μετρημένα .
Κι όταν θα βγει αδειάζει...από την πίεση των πρέπει και των μη που πέφτουν άψυχα να κοίτωνται σε έρημο τοπίο...σαστίζουνε τα μάτια σε τούτα τα συντρίμια - σε κάνουν σκεφτικό σαν το φιλόσοφο του Ροντέν μα πιότερο σαστισμένο από το θέαμα της δύναμης του γυμνού σου εαυτού , αληθινού και σκοτεινού μα πάντα λαμπερό από την αλήθεια του πραγματικού σου είναι...
Τις στιγμές που αλλάζει η ροή του 24ώρου...αργά το μεσημέρι...αργά το βράδυ...σα ναναι μια διάσταση ουδέτερη θαρρώ.
Τα λόγια είναι μερικές φορές πολύ πιο σιωπηρά και η σιωπή γιομάτη ήχους, τα τόσα πολλά και συνταρακτικά καταντάν ασήμαντα και μήτε ξέρεις αν πρέπει να χαρείς μήτε αν πρέπει να μοιρολογήσεις, όντας ασήμαντος καταμεσίς στην απεραντοσύνη του χώρου π΄ απλώνεται σε μια στιγμή που μοιάζει με ώρες, πέρα και μέσα από σχήματα και ύλες! ...κει που η νύχτα με τη μέρα δίνουν απόκοσμες αποχρώσεις στον ορίζονται ...σα να χωρίζεται η ίδια ματιά, μισή σε μέρα μισή σε νύχτα στο ίδιο πάντα θέαμα.
είναι φορές που η ζωή στην πόλη σε πνίγει. Όλος αυτός ο αρνητισμός που ζέχνει ο καθένας μας, σα ζωντανοί νεκροί δεμένοι να περπατάμε σ΄ένα μονόδρομο μπρος πίσω- σα σε ξόρκι σκοτεινού και μαυροκάρδη μάγου-, δουλειά, φαϊ, γαμήσι, ψώνια...κι όλα τα τετριμένα σημαντικά της καθημερινότητάς μας που μας τυφλώνουν να δούμε πέρα από τους φόβους μας, έστω ένα αγνάντεμα ακαθόριστο...
Μια μάσκα τότε παίρνεις να κρυφτείς μέσα στο πλήθος, μάσκα στη μάσκα που φοράμε η απόριψη του προσωπείου της ρουτίνας, να μην εστιάσει ο μάγος ο σκληρός και δει το πρόσωπό-να μη βιώσουμε το μέγαλείο και το δέος της έλλειψης προσώπου...να μη ξέρει πούθε ακούγεται ο ψαλμός που δεν ελέγχει...
να δει η ψυχή πιο πάνω από τα κτίρια και τα τουνέλια που κρύβουν τη ζωή...
να νιώσει η μπόχα του συνωστσμού του κρύου αέρα τη γαλήνη σα σ' ένα βράχο ψηλά, και η ματιά στα σύννεφα που παίζουν ιστορίες στο πάλκο του ουρανού ...να ανοίξει σκέψεις στο μυαλό.


("Abu Zeluf" παραδοσιακό Λιβανέζικο τραγούδι από την φωνή της Dunya Yunis-The Music in the world of Islam series vol 1 the human voice)

27/10/09

Στις εθνικές των φορτηγών και των μεγάλων δρόμων...1

Το πρακτορείο αργά το βράδυ έμοιαζε να στάζει από τους τοίχους και την οροφή όλη την σκόνη της μέρας και των δρόμων...και τη μουτζούρα από τις εξατμίσεις -ίδια η κάπνα δαγκωμένου αποτσίγαρου που ανάβει μανιακά το επόμενο πριν σβήσει την φωτεινή τροχιά του στο βρώμικο πεζοδρόμιο.
Μια χλωμάδα επικαθισμένη πάνω σ΄όλα τα χρώματα, όπου πέφτει το μάτι...κουρασμένο και βαρύ από έγνοιες φιλτράρει τις εικόνες με μια υγρή σκοτεινή μουντάδα...κούραση...νύχτα...ενώ αμυδρά ακούγεται το ψιλόβροχο στα τζάμια της οροφής.
Μπαίνουμε στο πούλμαν βιαστικά, λιγοστοί και μαζεμένοι στα μπροστινα καθίσματα για παρέα- σα κουρνιασμένα σπουργιτάκια στη φωλιά-, οι ίδιοι που χασομεράγαμε αλάργα μεταξύ μας γύρω από το πούλμαν φερμάροντας πότε θα φορτώσει...ψιλόβρεχε και έκανε γερό κρύο για Οκτώβρη ...με πήρε ο ύπνος στο Χαϊδάρι, λιώμα από την κούραση.Άφησα στο λήθαργο τις σκέψεις, τις λαχτάρες και τους φόβους να σμίξουν με των γύρω μου, όλοι μας μ' ένα σφίξιμο στο μέτωπο και έγνοια μες τα μάτια, κουκουβισμένοι στο απάγγιο του καθίσματος, να ξεγελάμε τη ζεστή φωλιά που αναζητάμε...γυναίκειο κόρφο μαλακό και μοσχομυρωμένο, μα ζεστό φαϊ δίπλα σε φωτιά με ένα χαμόγελο ή χάδι να φύγουν μακριά οι έγνοιες...ότι μικρό κι ανθρώπινο κι ίσως τετριμμένο...μα πιο αληθινό απ΄ότι άλλο!
Έξω από το τ΄Αντίριο κατέβηκα στη στάση κι άναψα τσιγάρο ...κοίταγα τις νταλίκες και τους συνταξιδιώτες μου.Βασανισμένα μέταλα, χαρακωμένες φάτσες αξύριστες και στεγνές με θολά μάτια, χλωμά γυαίκεια πρόσωπα που φάνταζε γκροτέσκο το μακιγιάζ...νυχτερινό ταξίδι!
Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε για Άρτα ...η νύχτα προχώραγε και γω μαζί στο σκοτάδι της Εθνικής ...λαχτάρησα στο φυλοκάρδι μου ένα τσιγάρο να φύγει το τρέμουλο ...δεν επιτρεπόταν...έβαλα μουσική, στο τέρμα, να φωνάζει στο μυαλό μου την κραυγή-νταλγκά που θα ΄θελα να βγάλω...ο μπροστινός γύρισε και με κοίταξε περίεργα, παραήμουν καλοζωισμένος να ακούω τέτοια...''Mάνα φεύγω για τα ξένα'' ...κατά της 5, ότι έσπαγε το χάραμα τη μπόρα, μπήκαμε στα Γιάννενα...




Ευχαριστώ τους Palyria που με συντρόφεψαν σε εκείνο το παλιό ταξίδι με το καταπληκτικό τραγούδι τους "Kakavia Express"

27/4/09

ΝΕΚΥΙΑ



Το αίμα σου μετάλαβα
-μαύρο και κατασκότεινο-
νεκρομαντεύοντας της κόλασής σου τα φαντάσματα.
Το αίμα σου μετάλαβα
-νεκρό, παλιό και χθόνιο-
ψάχνοντας να βρω στα χαλάσματα
το δρόμο για να σε φέρω γυρισμό.
Κάθοδος που με γέρασε
ο δρόμος π’ άνοιξανε τα μάτια σου
και η σιωπή σου...
Για του Αχέροντα τον όχτο,
ίσκιος στητός ακολουθώ
μια ελπίδα σου μες το σκοτάδι.
Εκεί…στα τρίσβαθα κελιά
στην κρύπτη των ονείρων
σ’ αφήνω Εκάτη μια σπονδή
-πριν ορφανό στο φως με ξεγεννήσεις-
ένα μικρό λαμπρό φτερό
στον τάφο σου ανάθημα
μή τα άρρητα σου μου λαλήσεις.

Αθήνα 08/08/06