19/3/12

Η ΠΟΥΛΙΑ...

"Zω εδώ κοντά σε ένα μέρος μακρινό
 προσμένοντας την άνοιξη και τ' όμορφο καλοκαίρι 
 με την παλίρροια να με δεσμεύει. 
Εκεί οι απέραντοι ωκεανοί,
 ο ήλιος και το φεγγάρι 
μπήκαν σε παραμύθια αιώνιας λήθης
 και η πούλια, η ωραία μου κοιμωμένη
 θεραπεύεται απ' τους αφρούς της γέννησής της.
 Εκεί ο άνεμος αχάει
 και τα δέντρα γίνονται σκαλωσιές 
 τα σώματα να αναστυλώσουν το χρόνο που τους μένει
 και που με δίαιτα συναισθηματική καταναλώνονται τα αιώνια και τα καθημερινά 
ώστε να απέχουμε απ' τις σταυροφορίες του κόσμου. 
Γι' αυτό λοιπόν, 
όταν ανεμίζεις λευκή σημαία από το τηλέφωνο 
 και με επαναφέρεις στις ανασκαφές του έρωτά μου 
μάθε να ακούς
 όπως δεν ακούς τον εαυτό σου
 να μη μείνουν τ' αστέρια και τα πουλιά ο μόνος ακροατής μας "

.  

"Απόψε η πούλια μάλωνε με τ'αστέρια

 κι εγώ είδα στον ύπνο μου κοιμόμουνα με σένα

 και ξύπνησα με μια χαρά και τ' όνειρο ήταν ψέμα."



 MODE PLAGAL - Η πουλια (παραδοσιακό Σαρακατσάνικο)/ Το γραμμα από το lp: Στη κοιλια του κητους


Οι Mode Plagal είναι:
Θοδωρής Ρέλλος άλτο/ σοπράνο/βαρύτονο σαξόφωνο, φωνή
Κλέων Αντωνίου ηλεκτρική κιθάρα, φωνή
Florian Mikuta πλήκτρα
Αντώνης Μαράτος μπάσο
Τάκης Κανέλλος ντραμς, φωνή

6/7/11

ΔΙΑΚΟΠΕΣ...ΟΕΕΕΕοοοοοοο





''...Οι άνθρωποι βρίσκονται σε ακατάπαυστη κίνηση, σαν μανιακοί.Άλλοι τρέχουνε από δω, άλλοι από κει.Όλοι βιάζονται.Δοξάζω τον Θεό άμα δώ κανέναν να πορεύεται ήσυχα, χωρίς να βιάζεται!...Άλλοι τρέχουνε λαχανιασμένοι να πιάσουνε τη χρυσή ρόδα, που την κυλά μπροστά τους ο διάβολος, που τον λέγανε Ερμή... Άλλοι κάνουνε λογής-λογής συνέδρια, και συζητάνε περί ανέμων και υδάτων, άλλοι μαζεύονται κι αλληλοθαυμάζονται κι αλληλομισούνται σε σωματεία, σε συλλόγους, σε εταιρείες, άλλοι μαζεύονται σαν τα μυρμήγκια κατά χιλιάδες και βλέπουνε τα λεγόμενα ματς...άλλοι εκθέτουνε τα έργα της τέχνης τους και καμαρώνουνε, ως που να περάσουνε δυό-τρεις μέρες και να τους ξεχάσουνε οι θαυμαστές τους, άλλοι τυπώνουνε βιβλία,άλλοι βγάζουνε λόγους σαν βραχνιασμένοι βάτραχοι...Όλοι,τέλος πάντων, καταγίνονται με όλα, όσα μπορούνε σε τούτον τον ντουνιά, για να ξεχάσουνε τον εαυτό τους, για να μην απομένουνε μοναχοί και δούνε τη γύμνια τους, τη μιζέρια τους, το χάος που τους ζώνει...''



Από το βιβλίο ''Ευλογημένο καταφύγιο'' του Φώτη Κόντογλου,εκδόσεις Ακρίτας.
Πρόκειται για δημοσιευμένα άρθρα στην καθημερινή αθηναϊκή εφημερίδα''Ελευθερία'', όπου έγραφε από το 1948.

5/7/11

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ

Κι είμαστε εδώ μικρό μου...να δροσιζόμαστε στην σκιά -σε μια παραλία της Κύθνου- από την άψα του λαμπρού Αιγαιοπελαγίτικου ήλιου, απομεσήμερο Σαββάτου, με μάτια θαμπωμένα από τη φωτοχυσία του ήλιου καθώς χτυπάει στο λευκό των τοίχων...ζαλισμένοι σα τα ψαρόνια να τριγυρνάμε να ξεκουράσουμε τα μάτια στο καφέ χρώμα της γης και των βράχων και στο γαλαζοπράσινο της θάλασσας.
Άντε στην υγειά μας ...κι η χάρη Της να μας φυλάει σε δύσκολους καιρούς...να αντέχουμε -σα την ξερολιθιά που φράζει την αυλή- τους αέρηδες, τα κύματα ...τη φθορά του χρόνου και της ζήσης. Πίνω μια γουλιά δροσερό σπιτικό κρασί που μου ακούμπησε ο Γιώργος στο τραπέζι και σβήνω την άψα του σφουγγάτου -γάλα γλυκό κατσικίσιο κι αρμύραθάλασσα μαζί...και θέλω...δω πα...στην ταβέρνα στις Λεύκες να στάξω λίγο κρασί στη γη. Να ποτίσει χάμω την άμμο ..να φτάσει κάτω πιο βαθιά ...μα ντρέπουμαι. Φοβάμαι πόσο παράξενη η κίνηση θα φανεί...τα μάτια που θα με κοιτάξουν μέσα από μάσκες κι αλοιφές που κρύβουνε την μαγική τη δύναμη του χρόνου ...της ψυχής (αλλόκοτοι οι καιροί που ζούμε...ξεχάσαμε τα απλά και αυτονόητα, τα όσα νιώθουμε στην ψυχή μας). Μα θέλω να το κάνω, είναι πολλοί και πολλά που χρήζουν τη σπονδή αυτή για να αλαφρώσω και να 'σθανθω πως τους ευφραίνω!
Μέρες πριν, πετάχτηκα απότομα στον ύπνο -θα ΄ταν 5 παρά κάτι το πρωί. Ξάφνιασα την πιστή μου συντρόφισσα τη Ντόλυ, που γουργούριζε κουλουριασμένη στην μακαριότητα της στιγμής, σιμά στο πρόσωπό μου ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ. Με κοίταξε το ζωντανό απορεμένο, με μάτια γουρλουμένα και αυτιά ολοτέντωτα σα κεραίες να συλλάβει τι συνέβηκε...ήρθε κοντά, με μύρισε κι αφού σιγούρεψε πως ακόμα ήμουν εγώ, με δάγκωσε γλυκά στον ώμο και κάθησε καρσί να με κοιτά συλλογισμένη, να παιδεύει μέσα της κι αυτή μαζί μου, τη φωνή που έμπηξα: "κρατάτε μετερίζι,...έρχονται...Ψυχή Βαθιά".
Έστριψα ένα τσιγάρο και σηκώθηκα...τράβηξα με θολωμένα βήματα να ψήσω ένα καφέ...κείνη την στιγμή έπαιζε ένα λεβέντικο πουστσένο και φώναζαν οι αντάρτες "Ψυχή Βαθιά"...δυνάμωσα την τηλεόραση, ρούφαγα τον πικρό καφέ αντάμα με μπουκιές τσιγάρο και γέμιζα...μπαίναν από τα μάτια οι εικόνες και κάθωνταν απάνω σε αναμνήσεις, σε ανιστορήσεις, σε βιώματα παιδικά και εφηβικά ...σε σκέψεις πεζές της καθημερινότητας...ένα κουβάρι βαρύ και σκοτεινό...μα κατάδικό μου...που χτύπαγε απάνω του το φως του πρωινού τρυπώνοντας από τις γρίλες και φώτιζε ολοκάθαρα κείνο το παιδί που στεκόταν αλλαλιασμένο από πίκρα, απόγνωση και τρόμο σε μια γωνιά μέσα μου ... και τό 'βλεπα κι απάνω στο γυαλί! Στα πρόσωπα -ενθεν κι ένθεν- που αναπαρίσταναν -σκαμένα από τον ίδιο τρόμο και απόγνωση- τα σημεία και τέρατα των καιρών τους ... αυτό που ζούμε σήμερα και ξεχάσαμε το πως να το εκφράσουμε.
Τζάμπα με μάλωσες στριντζόγατο...τζάμπα κι άδικα που 'πα στην κουβέντα πάνω "Ψυχή Βαθιά"...κι αυτοί κι εμείς σε άλλες εποχές μα για τον ίδιο λόγο...όχι λόγο μικρό και μαγκίτικο με λίγδα λιμανιού και φτηνιάρικο σινιέ κουστούμι από τις εκπτώσεις...μα λόγο το βαθύ, τον που ζούμε στην εποχή μας ...όλα όσα μας οχυρώνουν μόνους κι ανήμπορους πίσω από το μετερίζι της μικρο-αστικής ζωής μας, να παλεύουμε να αντέξουμε μια αντάρα, να μη μας αγγίξει η καταιγίδα και βρεθούμε μπρος στο δίλημα τι να πρωτο-απωλέσουμε από όσα αγαπάμε...από όσα λαχταράμε...μη φυσήξει δυνατά και σβήσει αυτή η αδύναμη η φλόγα που ανάψαμε σε ενά λιγνό ψυχοκέρι σε μια ξερολιθιά, μια ελπίδα τρεμάμενη ότι μπορεί...μπορεί να ζήσουμε με ηρεμία τα όσα λαχταράμε στα μικρά και καθημερινά μας όνειρα -όσο κι αν φαντάζουνε περίπλοκα μέσα στα γιορντάνια και τις φιοριτούρες της κατανάλωσης και της εντύπωσης.
Βλέπω στα μάτια που κοιτάω το σάστισμα ...έξω από τ' ανθρώπινο να περπατάς στο Γράμμο ανάμεσα σε φλόγες που λαμπαδιάζουν σάρκες...δέντρα...πέτρες -έξω από τ' ανθρώπινο να περπατάς σε δρόμους με τσακισμένες πεηφάνιες, αξιοπρέπειες, όνειρα... να κοίτωνται καμένα κουφάρια...ναπάλμ αμερικανοεγγλέζων τότε ...και σήμερα νόμοι και διατάγματα για οικονομικά μεγέθη δυτικών...
Τούτη τη βολά ο Γράμμος κατέβηκε στην πόλη...και μού 'ρχεται όπως πίνω το κρασί και καπνίζω κοιτώντας τις σκέψεις μου στην κάφτρα...που μούλεγες Δημήτρη ότι πρέπει να μπει στο γάμο κι ένα αντάρτικο ...γιατί κι αν ζούμε σα μικροαστοί παλεύουμε να έχουμε το "όπλο παρά πόδα"...γιατί κι αν παλεύουμε σε χώρια μετερίζια ...ακόμα σαλεύουμε.
Και μα το Θεό δε ξέρω...δω τώρα, στον ίσκιο πίνοντας το κρασί στην ταβέρνα του Γιώργου στις Λεύκες της Κύθνου, δε ξέρω...τι 'ναι λιγώτερο επώδυνο...από όσα πρέπει μικρά ή μεγάλα... σημαντικά κι ασήμαντα να αποφασίσω...κι ούτε κι εσύ ...κι ούτε κι αυτός...κι ούτε κι ο άλλος...κι ούτε και κείνοι τότε .
Κείνοι τότε ήταν μαζί ...αντάμα...μεις -οι πιο πολοί χαμένοι στο εκτυφλωτικό σκοτάδι και στην ζάλη των καιρών ...να ψάχνουμε ελπίδα να πιαστούμε, να πειστούμε...ελπίδα αδύναμη σα τα κεράκια που ανάβουν στην Κανάλα και σβήνουν βγαίνοντας από την εκκλησία...μικρές φλογίτσες πίστης που κρατάνε λίγο. Λίγο...;
Ψυχή Βαθιά ...για την αβεβαιότητα των ημερών που 'λαχε στον κλήρο μας ...για όσα καθένα μας τον κάνουν να σφίγγει χείλια και να τσακίζει μέτωπο...
Ψυχή βαθιά ...γιατί οι μέρες τούτες θα μας κάνουν να σηκώσουμε το χέρι, όχι σε μάχη, όχι σε πάλεμα απέναντι σε εχθρό...μα απέναντι στον άλλο...μέσα στα σπίτια μας ...μέσα στα κρεβάτια μας ...μέσα στις καρδιές ...μέσα στο φιλί και τις ψυχές μας.
Ψυχή βαθιά να αντέξουμε...καθένας μας το λογισμό του, κι ας είναι μικρός και πεζός κι όχι υψηλό ιδανικό και πάνω από τα μέτρα μας κατόρθωμα...
Ψυχή βαθιά για τα απλά τα καθημερινά ...λιθάρι το λιθάρι μην μια μέρα ανταμώσουμε και κάνουουμε ομού το μετερίζι να σώσουμε τα όνειρά...του καθενός μας τα ξεχωριστά μα που το ίδιο σ' όλους μας τα σβήνει η αυγή και σα μπουρού βομβαρδισμού το ξυπνητήρι.
Ίσως αν κάνουμε βαθιά ψυχή ...να νιώθει κι όχι να 'ναι κούτσουρο καμένο, ίσως και μεις να βγούμε στα βουνά των δρόμων μας αφήνωντας ένα παρά πίσω...αυταπάτες...πόθους και πάθη ανικανοποίητα ...μα κι ανθρώπους που αγαπάμε, πεισματικά με μια σφαίρα για φυλαχτό αν όλα που παλεύουμε τύχει να γκρεμιστούν.
Κοινά και συντροφικά τον ξέχωρο πόνο και τη σκέψη καθενός- σα κι αυτούς κοινό μετερίζι...κι ας φαίνεται στα μάτια μας σήμερα αλλόκοτο κι αποδομημένο μέσα από αναλύσεις και μελέτες ...δύσκολο να αντιλφθεί κανείς τα όσα το πετσί δεν ένιωσε και διάβασε το μάτι ...δύσκολο στο σήμερα τα όσα γεννιώνται μέσα μας και γύρω μας να αντιληφθούμε...αυτά που τα προσπερνάμε επιδερμικά μη νιώθωντάς τα μέσα στην γλυκιά μας αυταπάτη.
Έχουμε δρόμο ...και πόνο...μέσα μας το πιο πολύ ...να ψάχνουμε να βρούμε την ψυχή μας τη βαθιά ...
Μοιάζουμε αθώα αφελείς ...σαν ανταρτόπουλο αμούστακο και νιόβγαλτο τη μέρα που έληξε ο εμφύλιος να περπατά στα αποκαίδια και να ρωτά ..."νικήσαμε"? κι ένα γύρω να καπνίζουν οι σκηνές των αγανακτισμένων...σήμερα...
Ψυχή βαθειά...σ όλους μας ...σαν ευχή...σα προτροπή...για όσες ιστορίες δικών...φίλων..γνωστών..που μου ρχωνται και δε θα τις ανιστορήσω...κι όλες μα όλες έχουν μέσα τους μια αγωνία να περπατά ανώνυμα στο δρόμο δίπλα μας ...μια πίκρα κι ένα φόβο ...
Ψυχή βαθιά για όσα μας γράφει να αντέξουμε και να συναπαντήσουμε...απαντοχή σκαμένη στις ψυχές από τους αέρηδες των καιρών..ψυχή βαθιά για όσα μέσα μας δε θέλουμε ούτε να ξεστομίσουμε κι ούτε να τα σκεφτούμε...τουλάχιστο κάποια στιγμή ας τραγουδήσουμε έστω ας μουρμουρήσουμε σα σκοπό ..ότι από μέσα μας βγει...από ψυχή βαθιά .

Κύθνος 02/07/2011